
Βαριανάσαινε μέσα στην παντερμιά του τη μαύρη. Η σκληρή προύντζινη καρδιά του τον έκανε αδιάφορο. Ήταν αραχτός σε μια σκουροκαφετιά πολυθρόνα στο μπαλκόνι, με τα πόδια στυλωμένα πάνω στο κάγκελο κι αγνάντευε σαν αποχαυνωμένος το βενετσιάνικο πετρόκαστρο πάνω στο Μπούρτζι μπροστά του, και στα κατάνακρα του ορίζοντα την ονομαστή Λάρ’σα, όπως είχε ακούσει να λέει με πόνο ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης το κάστρο του Άργους.
Αλλά ολομεμιάς πετάγεται ορθός σαν να τον κέντρισε το ξιόνι της βουκέντρας. Το ‘χε πάρει απόφαση. Θα βοηθούσε μ’ ολάκερη τη δύναμη της ψυχής του. Γιατί ‘χε παντοτινά μια ισχυρή αίσθηση του μεταφυσικού και μια μεγάλη ικανότητα στο να προβλέπει τα μελλούμενα. Και τώρα αυτό πίστευε κι ολόκαρδα ποθούσε. Να προκάνει να δει τον Κυβερνήτη πριν πλησιάσει το έμπα της εκκλησιάς τ’ Άη Σπυρίδωνα. Γιατί ο Κυβερνήτης ήταν άγιος άνθρωπος. Τον μισθό του τον μοίραζε. Ακόμα και τα ρούχα του τα πουλούσε και τα λεφτά τα ‘δινε στα φτωχά τ’ Αναπλιού. Γιατ’ ήθελε ν’ ανανιώσει τη ράτσα των Ελλήνων να βγουν νέα λαμπρά Ελληνόπουλα. Και ήταν άξιος τιμονιέρης. Ήθελε να φέρει ένα καινούργιο, ένα σωστό πνεύμα διοίκησης στη λευτερωμένη πατρίδα. Ήθελε με περφάνια να κάνει τρανή την Ελλάδα. Εδώ που πολλοί Έλληνες τον μισούσαν και τον ζήλευαν, επειδή ένας οξαποδώ αδερφοφάς τους βουκέντριζε μετά το 1821 για να τσακώνονται αναμετάξυ τους, για να βγάζουν τα μάτια τους, για να μη μονιάζουν. Όπως τον οχτρεύονταν κι όξω στην Ευρώπη, που τον πολεμούσε με μάνητα ο αισχρός Μέτερνιχ, για τον οποίο αισθανόταν πυρίφλογο μίσος. Έπρεπε λοιπόν να σωθεί ο Κυβερνήτης. Θα προλάβαινε! Θα τον έσωνε!
Τίναξε με βια το δεξί ποδάρι του, το δεμένο λες στο κρικέλι, όρμησε στο κεφαλόσκαλο και σαν αστραπή κατέβηκε τη σκάλα και βρέθηκε έξω στο στενοσόκακο τ’ Αναπλιούπο ‘χε τ’ όνομα του βασιλιά Όθωνα. Πήρε κατεύθυνση τρέχοντας προς τον Άη Νικόλα στο λιμάνι, πίσω απ’ το Τελωνείο. Προσπέρασε την εκκλησιά χωρίς να δώσει σημασία στον Άγιο που ‘χε το μυαλό του στους ναυτικούς του που θαλασσοπνίγονταν κι έστριψε ζερβά στο πρώτο καλντερίμι. Καλημέρισε με βια τον αιωνόβιο γεροπλάτανο π’ ακρακουμπούσε τους τεράστιους κλώνους του στο σπίτι που έμενε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κι έτρεξε φουσκανασαίνοντας όλη την πλάτη του παλιού βενετσιάνικου οπλοστάσιου, τωρινού Αρχαιολογικού Μουσείου τ’ Αναπλιού. Άλλωστε τι τον ένοιαζαν τα αρχαία τώρα… Το παρόν ζούσε τόσο έντονα μέσα στην σκοτεινή αποφράδα μέρα της 27ηςΣεπτέμβρη 1831.
Γι’ αυτό κι εκείνος έτρεχε σαν τρελός. Κι ούτε μπόραγε να καλοξεκρίνει μέσα στην αχνή λάμψη της κονταυγής αν στην επόμενη εκκλησιά της Παναγίτσας ήταν ακόμα κρεμασμένος στην αιωνόβια ελιά ο Άη Αναστάσης, ο πολιούχος τ’ Αναπλιού. Αλλού είχε καρφωμένη με μπετόκαρφο τη σκέψη του. Συνέχισε την πιλάλα. Βρήκε την πρώτη δρομόσκαλα π’ ανέβαινε τ’ αψήλουγια την Πάνω Πόλη. Όρμησε σαν το δρολάπιγια τον Άη Σπυρίδωνα. Μια μεγγενοσφίχτρα δύναμη του ‘σφιγγε τον λαιμό και του μπόδαγε την ανασαιμιά. Όμως αυτός ήθελε να προκάνει. Μια ΄ταν η πεθυμιά του. Να τον σώσει! Ήξερε τι θα συμβεί αν αργούσε. Κι ο νούς του φτερούγισε, του ‘φυγε…
Ο χρόνος έτρεχε. Ο χάρος σήκωνε σιγά σιγά το δρεπάνι του. Ένας κόμπος του φάνηκε πως θα του σφράγιζε τα πλεμόνια. Έβαλε όλη του τη δύναμη. Το πρόσωπό του είχε γίνει σαν την πορφύρα απ’ το τρέξιμο. Οι καρωτίδες του είχαν φουσκωπεταχτεί σαν χοντρά κορδόνια στα λαιμά του. Άκουσε τον αχό της καμπάνας του όρθρου. Παρακάλεσε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, τον προστάτη του, να τον βοηθήσει. Έφθανε! Έφθανε!
Ασυναίσθητα ακούμπησε με τ’ ακροδάχτυλά του τον τοίχο του ιερού του Κορφιάτη άγιου. Και με τ’ ανάστροφο της παλάμης τ’ άλλου χεριού του σκούπισε τον ίδρωτα π’ άχνιζε κι είχε καλύψει τα πανώφρυδά του. Για κάμποση ώρα είχε τρέξει με μάνητα απ’ το λιμάνι τ’ Αναπλιού μέχρι την παλιά, χτισμένη το 1702, εκκλησιά. Θα προλάβαινε… Θα προλάβαινε;
Ήταν τότε που ο ήχος του όπλου τάραξε την πρωινή σιγαλιά που σαν απαλοπλεγμένοτρίχαπτο σκέπαζε τ’ αγουροξυπνημένο Ανάπλι. Έστριψε δεξά κι αντίκρισε κατάφατσα τον θάνατο να κρατά το ‘ματοσταλαγματολερωμένο δρεπάνι του και να τον υποδέχεται μ’ ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Ο Κυβερνήτης, σαν αγγελολαμπρομορφοφωτισμένος, ήταν πεσμένος νεκρός έξω απ’ την πόρτα της εκκλησιάς.
- Σκότωσαν τον Καποδίστριααααα…
Ακούστηκε μια φωνή τρελαμένη απ’ το κακό που ‘χε συμβεί. Οι γυναίκες ένα γύρω, μ’ ένα δύσθροο λόγο, ούρλιαζαν κι αρχίνησαν να μαλλιομαδούνται και να μοιρολογάνε. Ένα παγερό χέρι άρχισε να γλυστρά βάναυσα κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς του. Ένιωσε σαν πικραπήγανο απ’ τη στεναχώρια του. Δεν πρόκανε τελικά το κακό. Κι έτρεξε τόσο πολύ. Θα μπόραγε να τον σώσει. Όμως δεν…
Πριν σωριαστεί εξουθενωμένος σαν άδειο σακί πάνω στις πέτρινες γκριζοσκουρόχρωμες πλάκες στο καλντερίμι τ’ Αναπλιού άκουσε μια δεύτερη φωνή ήρεμη, επιτακτική, αντρίστικη, γιομάτη ανακούφιση:
- Σκηνή 375 Βήτα ΟΚ! Στοπ!
Τι γίνεται εδώ; Αναρωτήθηκε και τα μάτια του, γουρλωμένα, ήταν έτοιμα να πεταχτούν έξω απ’ τις κόγχες τους.
Είδε τον Κυβερνήτη ν’ αργοσαλεύει και σιγά σιγά να σηκώνεται και να πλησιάζει αυτόν που ‘δωσε τη διάτα για την παύση της σκηνής. Κι αυτός ήταν ο Γιάννης Σμαραγδής, που με σφιγμένα τα τέσσερα δάχτυλα στην παλάμη κι ανορθωμένο τον αντίχειρα, έδινε τα εύσημα στον Αντώνη Μυριαγκό, που ήταν τέλειος στη σκηνή 375 Βήτα, στη σκηνή που γυρίστηκε η δολοφονία του Κυβερνήτη στην ταινία «Καποδίστριας». Και τότε κείνος κατάλαβε. Διακτινιζόμενος για λίγα δευτερόλεπτα, έδιωξε από πάνω του τα διακόσια περίπου χρόνια απ’ το τραγικό συμβάν έξω απ’ την εκκλησιά τ’ Άη Σπυρίδωνα.
Ανακουφισμένος πια έκανε μεταβολή και κατέβηκε τη γερτήδρομόσκαλα εγκαταλείποντας την Πάνω Πόλη. Πέρασε μπροστά απ’ την κλειδαμπαρωμένη πόρτα στο Βουλευτικό, ένα μεγάλο τζαμί χτισμένο το 1730.Εκεί που το 1825 λειτούργησε η πρώτη Βουλή των Ελλήνων και κεί που την δεκαετία του χίλια εννιακόσια εξήντα τον μάθαινε κιθάρα ο καθηγητής μουσικής, ο αείμνηστος Χαραμής. Διέσχισε την λαμπρή, στο πρωινό φέγγος, Πλατεία Συντάγματος, θαυμάζοντας τη θέα ολάκερου του «Μεγάλου Δρόμου», ενός περάσματος στενού που ανοίχτηκε με πρωτοβουλία του Καποδίστρια και είναι ο αρχαιότερος δρόμος του νεοκλασικού κινήματος στην Ελλάδα. Από κει και με μια ανασαιμιά έφτασε στο νεοκλασικό του στην οδό Όθωνος.
Μπήκε μέσα, έριξε μια ματιά στο ισόγειο, στο γραφείο του δικηγόρου πατέρα του με τα χρυσοδερματόδετα νομικά βιβλία κι ανέβηκε την ξύλινη σκάλα αναλογιζόμενος την υπόθεση της δολοφονίας του Καποδίστρια. Δικηγόρος άλλωστε ήταν κι αυτός. Κι έκρινε μ’ ολάκερη τη δύναμη του Ζελιώτικου μυαλού του τους δράστες, αλλά βέβαια και τους ηθικούς αυτουργούς της στυγερής δολοφονίας. Αργοβάδισε στον μακρύ διάδρομο του πρώτου ορόφου και βγήκε στο μπαλκόνι. Άδειασε το ιδρωμένο του κορμί στη μεγάλη καφετιά πολυθρόνα, κι αγνάντεψε πάλι, τον φύλακα τ’ Αναπλιού απ’ το 1473, τ’ όμορφολαμπροκαστροστολισμένο Μπούρτζι ν’ απαλοπλέει ακίνητο σαν αγκυροβολημένο βραχοκάραβοκαταμεσίς στο γαλαζοπράσινο χαλί τ’ Αργολικού κόλπου, που στραφτάλιζε έντονα τα νερά του καρσί στις λαμπρές ακτίνες που έστελνε τ’ αυγινό ‘λιοσκαρφάλωμα δίπλα στ’ αψηλόγκρεμοκάστρο του Παλαμηδιού.
Πήρε μερικές βαθιές ανασαιμιές και προσπάθησε ν’ αποδιώξει απ’ το μυαλό του τη λάβα απ’ το καμίνι της δολοφονίας του Κυβερνήτη, που τον είχε συνταράξει πριν λίγη ώρα, και τον έκανε να τρέχει σαν τρελός στα σοκάκια τ’ Αναπλιού μέχρι την εκκλησιά τ’ Άη Σπυρίδωνα.
Τελικά όλο τούτο το αίσθημα μια ονειροφαντασιά του ήταν! Δεν έζησε τη δολοφονία του Κυβερνήτη στο μακρινό 1831. Έζησε τη στιγμή της δολοφονίας του Κυβερνήτη στο σύγχρονο 2025στα γυρίσματα της ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή «Καποδίστριας».
Ηλίας Παναγιώτη Γιαννιάς
Ζελιώτης
25 Δεκέμβρη 2025
[Δημοσιεύτηκε στον ΠΑΛΜΟ, Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026]





