9 ορμόνες που επηρεάζουν το βάρος σας και πώς να τις βελτιώσετε – Μέρος Α’

Απόψεις Υγεία

Γράφει ο Νίκος Καφετζόπουλος, Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, Nutribase.gr

H παχυσαρκία αποτελεί την πιο διαδεδομένη χρόνια και σύνθετη νόσο παγκοσμίως. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα, οι μισοί σχεδόν Έλληνες (40%) είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Οι λόγοι είναι πολλοί αλλά σήμερα θα ασχοληθούμε με τα εσωτερικά χημικά σήματα που μας σπρώχνουν σε υπερκατανάλωση φαγητού. Αυτά τα χημικά σήματα δεν είναι άλλα από τις ορμόνες. Οι ορμόνες είναι ουσίες που χρησιμεύουν ως χημικοί αγγελιοφόροι στο σώμα μας. Διευκολύνουν κάθε σωματική και μεταβολική διαδικασία. Λόγω της σχέσης τους με την όρεξη, παίζουν σημαντικό ρόλο και στο σωματικό βάρος. Ας δούμε τις 9 ορμόνες που μπορούν να επηρεάσουν την όρεξη, το βάρος, καθώς και συμβουλές για να τις διατηρήσετε σε υγιή επίπεδα.

Ινσουλίνη

Η ινσουλίνη, η κύρια ορμόνη αποθήκευσης ενέργειας στο σώμα μας, παράγεται από το πάγκρεας και δουλειά της είναι να ανοίξει τις «πόρτες» των κυττάρων (μυικών, ηπατικών, κυττάρων του λιπώδους ιστού), έτσι ώστε να εισέλθει η γλυκόζη των τροφίμων. Αυτή στη συνέχεια χρησιμοποιείται είτε για άμεση ενέργεια είτε για αποθήκευση, ανάλογα με τις τρέχουσες ανάγκες του οργανισμού.

Η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι μια αρκετά κοινή πάθηση που έχει ως αποτέλεσμα τα κύτταρα – αποδέκτες να σταματήσουν να ανταποκρίνονται στην ινσουλίνη. Αφού η γλυκόζη δεν μπορεί να εισέλθει στους μυς, στο ήπαρ και στο λίπος, παραμένει στην κυκλοφορία και οι τιμές της αρχίζουν να ανεβαίνουν. Για να αντεπεξέλθει ο οργανισμός, το πάγκρεας παράγει ακόμη περισσότερη ινσουλίνη σε μια προσπάθεια να ενισχύσει την απορρόφηση της γλυκόζης και αυτό μακροπρόθεσμα οδηγεί σε παχυσαρκία, διαβήτη τύπου 2 και σε καρδιακές παθήσεις.

Λεπτίνη

Η λεπτίνη είναι μια ορμόνη που ρυθμίζει την πληρότητα που νιώθουμε όταν καταναλώνουμε φαγητό. Εκκρίνεται κυρίως από τα λιποκύτταρα και στέλνει σήμα στον υποθάλαμο (το τμήμα του εγκεφάλου που ρυθμίζει την όρεξη) ότι είμαστε χορτάτοι. Ωστόσο, τα άτομα με παχυσαρκία φαίνεται ότι εμφανίζουν αντίσταση στη λεπτίνη. Αυτό σημαίνει ότι το μήνυμα του κορεσμού δεν φτάνει στον εγκέφαλο, προκαλώντας τελικά υπερκατανάλωση τροφής.

Η αιτία της αντίστασης στη λεπτίνη δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά φαίνεται να οφείλεται σε φλεγμονή, σε γονιδιακές μεταλλάξεις ή σε αντίσταση στη δράση της λεπτίνης (κάτι που συμβαίνει στην παχυσαρκία).

Γκρελίνη

Η γκρελίνη είναι ουσιαστικά το αντίθετο της λεπτίνης. Είναι η ορμόνη της πείνας και στέλνει μήνυμα στον υποθάλαμο που λέει ότι το στομάχι είναι άδειο και χρειάζεται τροφή. Η κύρια λειτουργία του είναι να αυξάνει την όρεξη. Κανονικά, τα επίπεδα γκρελίνης είναι υψηλότερα πριν από το φαγητό και χαμηλότερα μετά το γεύμα. Επιπλέον η έρευνα δείχνει ότι τα άτομα με παχυσαρκία έχουν ελαττωματική ρύθμιση της γκρελίνης και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υπερκατανάλωση τροφής.

Κορτιζόλη

Η κορτιζόλη είναι γνωστή ως η ορμόνη του στρες και παράγεται από τα επινεφρίδια. Σε περιόδους στρες, αυτή η ορμόνη προκαλεί αύξηση του καρδιακού ρυθμού και των επιπέδων ενέργειας. Η απελευθέρωση κορτιζόλης – μαζί με την ορμόνη αδρεναλίνη –προετοιμάζει το σώμα για τη γνωστή κατάσταση fight or flight ( μάχη ή φυγή ), που προετοιμάζει το σώμα για να αντεπεξέλθει σε μια έντονα στρεσογόνα κατάσταση.

Αν και είναι σημαντικό για την επιβίωση μας να απελευθερώνεται κορτιζόλη σε επικίνδυνες καταστάσεις, εντούτοις τα χρόνια υψηλά επίπεδα μπορεί να οδηγήσουν σε πολλά προβλήματα υγείας, όπως καρδιακές παθήσεις, διαβήτη, χαμηλά επίπεδα ενέργειας, υψηλή αρτηριακή πίεση, διαταραχές ύπνου και αύξηση βάρους. Ορισμένοι παράγοντες του τρόπου ζωής – συμπεριλαμβανομένων των κακών συνηθειών ύπνου, του χρόνιου στρες και της υψηλής πρόσληψης τροφών με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη – μπορεί να συμβάλλουν σε υψηλά επίπεδα κορτιζόλης.

Οιστρογόνα

Τα οιστρογόνα είναι η βασική ορμόνη του φύλου που είναι υπεύθυνη για τη ρύθμιση του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος, καθώς και του ανοσοποιητικού, του σκελετικού και του αγγειακού συστήματος. Τα επίπεδα αυτής της ορμόνης αλλάζουν κατά τα στάδια της ζωής, όπως η εγκυμοσύνη, ο θηλασμός και η εμμηνόπαυση, καθώς και κατά τη διάρκεια του εμμηνορροϊκού κύκλου. Τα υψηλά επίπεδα οιστρογόνων, τα οποία παρατηρούνται συχνά σε άτομα με παχυσαρκία, σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο ορισμένων μορφών καρκίνου και άλλων χρόνιων ασθενειών.

Αντίθετα, τα χαμηλά επίπεδα – που συνήθως παρατηρούνται με τη γήρανση, την περιεμμηνόπαυση και την εμμηνόπαυση – μπορεί να επηρεάσουν το σωματικό βάρος και το σωματικό λίπος, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο χρόνιων παθήσεων. Τα άτομα με χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων συχνά βιώνουν κεντρική σπλαχνική παχυσαρκία, Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε άλλα προβλήματα υγείας, όπως υψηλό σάκχαρο στο αίμα, υψηλή αρτηριακή πίεση και καρδιακές παθήσεις.

[Δημοσιεύτηκε στον ΠΑΛΜΟ της Γλυφάδας, 3 Σεπτεμβρίου 2022]