«Τα Φαναράκια του Αιγαίου» του Σταμάτη Σκαμπαρδώνη

Ο συγγραφέας συστήνει το δημιούργημά του στους αναγνώστες του «Π».

[Π]: Ποια ήταν η αφορμή, η πηγή της έμπνευσης σας για τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;
Σταμάτης Σκαμπαρδώνης:
Τα ερεθίσματα έρχονται από την παιδική ηλικία. Όταν ο γαλατάς έφερνε στο σπίτι μας το γάλα και η μητέρα μου χρησιμοποιούσε τα μπουκάλια πολλές φορές βάζοντας μέσα λάδι και κρασί. Οι γονείς μου και πολλοί άλλοι έκαναν ενστικτωδώς αυτό που ονομάζουμε επαναχρησιμοποίηση των υλικών και σίγουρα αυτή η εμπειρία έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ευαισθητοποίηση μου σε σχέση με τα περιβαλλοντικά. Πριν πολλά χρόνια, στα πλαίσια ενός εκπαιδευτικού υλικού για την περιβαλλοντική εκπαίδευση, είχα ξεκινήσει να γράφω μία ιστορία με “πρωταγωνιστές” τα μπουκάλια. Ο προσανατολισμός μου τότε ήταν κυρίως να ευαισθητοποιήσω τους μαθητές μου για το περιβάλλον. Είχα επιλέξει τα μπουκάλια για την ανθεκτικότητα τους και για το ότι μπορούν να πάρουν πολλές μορφές και να χρησιμοποιηθούν ξανά και ξανά. Όταν όμως το 2014 -15 άρχισαν οι μαζικές προσφυγικές ροές και ζήσαμε όλοι από κοντά τους πρόσφυγες που έρχονταν στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, στη Μυτιλήνη (Λέσβο) αλλά και στον προσωρινό καταυλισμό δίπλα μας στο Ελληνικό, άρχισα να διαμορφώνω στο μυαλό μου την ιστορία με τα μπουκάλια με άλλο περιεχόμενο. Να ενσαρκώνονται μία ανθρώπινη διάσταση, να μεταμορφώνονται και να μπαίνουν κι αυτά στον αγώνα για ειρήνη και αλληλεγγύη.Έτσι τα «ταπείνά» μπουκάλια μου έγιναν τα «Φαναράκια του Αιγαίου» και έστειλαν το μήνυμα της ελπίδας, της ανεκτικότητας και της ειρήνης σε όλο τον κόσμο.

[Π]: Έχετε συμμετάσχει σε διαγωνισμό και έχει διακριθεί το διήγημα σας, “Ο κύριος Μενέλαος διαβάζει και γυαλίζει” στα 10 καλύτερα. Ποιό είδος συγγραφής σας αρέσει, σας ταιριάζει περισσότερο;
Σ.Σ.:
Ήταν μια πολύ όμορφη και δημιουργική εμπειρία. Ο διαγωνισμός είχε θέμα «Η Αθήνα και το βιβλίο» με αφορμή την ανακήρυξη της Αθήνας από την UNESCO ως πρωτεύουσα βιβλίου για 2018. Η κριτική επιτροπή( Ρέα Γαλανάκη, Διονύσης Μαρίνος, Κωνσταντίνος Μπούρας) επέλεξε 50 διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Η Αθήνα και το βιβλίο» εκδόσεις Ιανός και από αυτά βράβευσε τα δέκα καλύτερα και ανάμεσα τους και το δικό μου. Θέλω εδώ όμως να αποκαλύψω ότι η ιστορία που έγραψα είναι αληθινή γιατί ο πρωταγωνιστής ήταν ένας βιοπαλαιστής που πολλές ώρες την ημέρα διάβαζε βιβλία στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου στην Ομόνοια και κάπου-κάπου γυάλιζε ή άφηνε να γυαλίζουν, όπως αποτυπώθηκε στο φακό μου τα παπούτσια τους κάποιοι κύριοι με γραβάτα. Αυτές οι μικρές ιστορίες είναι συναρπαστικές. Μπορεί να φαίνεται «εύκολο» να γράψεις ένα διήγημα αλλά συγχρόνως είναι «δύσκολο» γιατί σε λίγες γραμμές συμπυκνώνεις πολλά πράγματα.

[Π]: Είστε υπέρ του βιβλίου ή του ebook;
Σ.Σ.:
Είμαι «φανατικά» υπέρ του βιβλίου και του εντύπου χωρίς να παραγνωρίζω και την αξία του ebook. Μ’ αυτά όμως μεγαλώσαμε και πορευτήκαμε στη ζωή μας. Δεν μπορώ να φανταστώ ακόμη και τώρα την εποχή της πανδημίας τη μέρα μου χωρίς να πάρω εφημερίδα ή τα καλοκαίρια μου χωρίς βιβλίο. Βιβλία λοιπόν και έντυπα κιτρινισμένα από τον καιρό, τον ήλιο και την αλμύρα της θάλασσας. Γι αυτό πρέπει να στηρίξουμε το βιβλίο ειδικά την περίοδο αυτή, να χαρίσουμε βιβλία στους φίλους μας, αλλά και τις εφημερίδες για καλύτερη και έγκυρη ενημέρωση.


«Τα Φαναράκια του Αιγαίου»

Ο Οδυσσέας ετοιμαζόταν όλο το προηγούμενο διάστημα για το ταξίδι στη Λέσβο. Είχε μαζέψει τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης για τους πρόσφυγες.
“…Η μεγάλη μέρα έφτασε! Χαιρέτησε τη μητέρα και τ’ αδέρφια του και μαζί με τον πατέρα και τους φίλους του τα μπουκάλια τράβηξαν για το λιμάνι του Πειραιά. Μπήκαν βιαστικά με το αυτοκίνητο στο πλοίο και στη συνέχεια ανέβηκαν στην καμπίνα. Ήταν γλυκός ο καιρός και ο πατέρας του πρότεινε να πάνε στο κατάστρωμα. Τότε είδε μπροστά του, στην προβλήτα του λιμανιού, σαν σκηνικό θεάτρου, εκατοντάδες σκηνές με πρόσφυγες να συνωστίζονται σε λίγα τετραγωνικά. Άκουσε φωνές παιδιών που έτρεχαν γελώντας και φωνάζοντας χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει αύριο. Δεν είναι λοιπόν μόνο η Λέσβος, είναι και ο Πειραιάς και ο Ελαιώνας και πολλά άλλα μέρη, σκέφτηκε ο Οδυσσέας. Πολλά ήταν τα ερωτήματα στον πατέρα του και λίγες οι απαντήσεις. Είχε ακούσει και πρωτύτερα στο ραδιόφωνο ότι εκείνη τη χρονιά, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, είχαν χαθεί στη Μεσόγειο στην προσπάθειά τους να φτάσουν στην Ευρώπη εκατοντάδες πρόσφυγες, ανάμεσά τους και 150 παιδιά…”

[Δημοσιεύτηκε στον ΠΑΛΜΟ της Γλυφάδας, 26 Δεκεμβρίου 2020]